Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Η Ιστορία της Μέρας - The Story of the Day




 Η Άννα άνοιξε τα μάτια απότομα. Από το σκοτάδι του ύπνου πέρασε σε ένα πιο πηχτό σκοτάδι, αυτό του δωματίου που πριν λίγο κοιμόταν. Δεν υπήρχε ίχνος φωτός, ίχνος σκιάς, και ξανάκλεισε τα μάτια. Το όνειρο που έβλεπε επανήλθε δριμύτερο - το νερό του ποταμού που την έπνιγε έγινε πιο ορμητικό, της πάγωσε το σώμα κι έμεινε μόνο η θέα του ουρανού στα μάτια της, καθώς βυθίζονταν στον θάνατο.

Ξανάνοιξε τα μάτια και πετάχτηκε από το κρεβάτι ορμώντας προς το παράθυρο. Κράτησε την ανάσα της μέχρι που τράβηξε τις βαριές κουρτίνες και άνοιξε τα φύλλα. Μόνο τότε πήρε την πρώτη αναπνοή της ημέρας. Το φως της αυγής χύθηκε στο δωμάτιο δίνοντας ξανά στα αντικείμενα τη σκιά τους, κι ο αέρας της δροσιάς του Οκτώβρη καθάρισε τα υπολείμματα της νύχτας και του σκοταδιού.

Έριξε πάνω της μια μάλλινη ζακέτα και κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα. Η Ενριέτα είχε ήδη ξυπνήσει και είχε βάλει το σπίτι σε λειτουργία.
- Κοιμήθηκες καλά; - τη ρώτησε χωρίς να την κοιτάξει.
Η Άννα έμεινε να κοιτάει τα χέρια της, που τακτοποιούσαν τα πράγματα στην κουζίνα με μια μαγική ταχύτητα.
- Είδα ότι πέθανα στο ποτάμι - είπε σιγά και πλησίασε να βάλει καφέ.

Το άρωμα της γαρδένιας που ανάδιδαν τα ρούχα της Ενριέτας τη ζάλισε και βιάστηκε να γυρίσει πίσω στο τραπέζι. Τράβηξε δυνατά μια καρέκλα και κάθισε χωρίς να βγάλει λέξη. Μόνο την κοίταξε περιμένοντας μια αντίδραση, που αργούσε να 'ρθει. Η μυρωδιά της γαρδένιας επέμεινε μέχρι που έφερε τον καφέ στα χείλη.
- Ακόμα και στον ύπνο σου κρυώνεις - είπε επιτέλους εκείνη, κλείνοντας το θέμα του ονείρου μια και καλή, για σήμερα τουλάχιστον.

Ήταν ολοφάνερο ότι ο χειμώνας για την Ενριέτα πλησίαζε γοργά, όχι τόσο γιατί ο Οκτώβρης είχε μπει για τα καλά, ούτε γιατί το άρωμα της γαρδένιας πάνω της θα ήταν καθεστώς από δω και πέρα, αλλά γιατί τα λόγια της θα ήταν λίγα και ψυχρά, όπως αυτά σήμερα.

Η Άννα αφέθηκε να την τυλίξει η σιωπή, αυτή η γνωστή σιωπή, όπου τα λόγια δεν είχαν καμία δύναμη και καμία σημασία, αυτή η εκκωφαντική σιωπή που δυνάμωνε με τους ήχους των αντικειμένων, που  τα μαγικά χέρια της Ενριέτας τακτοποιούσαν στον πάγκο της κουζίνας.

Copyright © Βασιλική Παναγιωτέλη



Το παρόν αποτελεί τη συμμετοχή μου στο δρώμενο "ιστορίες της μέρας" της φίλης Μαρίας.



__________________________________________



Anna opened her eyes abruptly. From the darkness of sleep she passed on to a thicker dark, that of the room she was sleeping in just now. There was no trace of light, no trace of shadow, and she closed her eyes again. The dream she was having came back stronger - the water of the river that was drowning her became fiercer, freezing her body, and only the view of the sky remained in her eyes as she was sinking to her death.

She re-opened her eyes and jumped out of bed dashing to the window. She held her breath until she pulled aside the heavy curtains and opened wide the shutters. Only then did she take her first breath of the day. The light of dawn poured into the room, restoring the shadows to the objects, and the air of October dew cleared the remnants of the night and the darkness.

Throwing a woollen cardigan onto her shoulders, she came running down the stairs. Henrieta was already up and had put the house in motion.
- Did you sleep well? - she asked without looking at her.
Anna stood there gazing at her hands that were tidying things in the kitchen with amazing speed.
- I dreamt of dying in the river - she said slowly approaching to help herself to some coffee.

The scent of gardenia Henrieta's clothes were giving off made her dizzy for a while, forcing her to hurry back to the table. She loudly pulled a chair back and sat without uttering a word. She only stared at her in wait of some reaction, which was taking too long to arrive. The smell of gardenia lingered until she brought the coffee to her lips.
- Even in your sleep you feel cold - she said eventually closing the issue of the dream once and for all, at least for today.

It was more than obvious that for Henrieta the winter was approaching rapidly, not so much because October had already settled in for good, nor because the scent of gardenia on her would be a certainty from now on, but because her words would be scarce and frigid, like the ones today.

Anna let herself be wrapped by silence, that familiar silence, where words had no power and no significance, that deafening silence that was amplified by the sounds of objects, which Henrieta's magic hands were tidying on the kitchen counter.

Copyright © Vassiliki Panagioteli


The above is my contribution to the art-action "stories of the day" of friend Maria

2 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο φίλη μου!
    Σ΄ευχαριστώ που με τιμάς με την συμμετοχή σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μου έδωσες την ευκαιρία και αυτό μερικές φορές είναι αρκετό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή